Η σταθεροποίηση συνιστά ευκαιρία για την ελληνική οικονομία
Η ετήσια τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας Πειραιώς έγινε χτες. Αναφερόμενοι στην ελληνική οικονομία, τόσο ο Πρόεδρος της…

Η διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς εκτιμά πως η θετική δυναμική της οικονομίας σύντομα θα αποτυπωθεί στην αξιολόγηση της χώρας με περαιτέρω πιστοληπτικές αναβαθμίσεις. 

Η ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της χώρας μας, σε συνδυασμό με την άνοδο του ΑΕΠ και την επιτυχή ολοκλήρωση των stress tests από τις ελληνικές τράπεζες, ήταν οι βασικοί σταθμοί του 2018 για την ελληνική οικονομία και τις ελληνικές τράπεζες.

Ο Πρόεδρος της Τράπεζας Γεώργιος Χαντζηνικολάου, επεσήμανε πως «η εμπιστοσύνη επιστρέφει σταδιακά στον ελληνικό τραπεζικό τομέα και αυτό είναι εμφανές σε όλες τις τραπεζικές εργασίες και ιδιαίτερα στα θέματα ρευστότητας, με εισροές καταθέσεων, μηδενισμό χρήσης του έκτακτου μηχανισμού άντλησης ρευστότητας ELA και ικανοποιητική και αυξανόμενη πρόσβαση στην αγορά. Βέβαια, η αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων παραμένει η κύρια προτεραιότητα για τις ελληνικές τράπεζες. Το 2018, στο θέμα αυτό υπήρξαν επιταχυνόμενα βήματα προόδου. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει συμβάλει τόσο το θεσμικό πλαίσιο που έχει εμπλουτισθεί όσο και οι σημαντικές δράσεις που έχουν αναλάβει οι τράπεζες για τη διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.» 

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο, «Στην Τράπεζα Πειραιώς, συνεχίσαμε το 2018 τη μεγάλη προσπάθεια για επιστροφή σε κερδοφορία και ενδυνάμωση του ισολογισμού μας, πάντα με αποφασιστικότητα και με δράση εντός πλαισίου ισχυρής εταιρικής διακυβέρνησης. Η προσπάθεια έχει αρχίσει να παράγει καρπούς, και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρονιά, το 2018 η Τράπεζα επέστρεψε σε κερδοφορία. Και, το πιο σημαντικό, τα θεμέλια για διατηρήσιμη ανάπτυξη της Τράπεζας έχουν τεθεί. Παράλληλα, η Τράπεζα επέστρεψε στις διεθνείς αγορές, τόσο για χρηματοδότηση όσο και για κεφαλαιακή ενίσχυση, με την πρώτη από την έναρξη της κρίσης δημόσια έκδοση Τier 2 ομολόγου από ελληνική τράπεζα στα μέσα Ιουνίου, εκδίδοντας €400εκατ, σε μια διαδικασία που προσέλκυσε σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον και τη διεθνή προσοχή. Η Τράπεζα Πειραιώς, ενισχυμένη τόσο από πλευράς κεφαλαίων όσο και από πλευράς ρευστότητας, είναι έτοιμη να συνδράμει αποφασιστικά στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Για την Τράπεζα Πειραιώς η συγκυρία αυτή αποτελεί ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Για εμάς οι στόχοι της ανάπτυξης, της κοινωνικής προσφοράς και της υπεύθυνης τραπεζικής συμπεριφοράς είναι θεμελιώδη στοιχεία της στρατηγικής μας, και συνάδουν τόσο με το επιχειρηματικό μοντέλο μας όσο και με τις αξίες μας.» 

Από την πλευρά του ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Χρήστος Μεγάλου, μιλώντας για τις τράπεζες, ανέφερε ότι το 2018 ήταν έτος σημαντικών εποπτικών εξελίξεων για τον τραπεζικό κλάδο και την Τράπεζα Πειραιώς. «Η πρώτη εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 είχε συνολική επίπτωση ύψους €2,0 δισ. στα Ίδια Κεφάλαια της Τράπεζας Πειραιώς, ενώ εξίσου σημαντικές προσαρμογές έλαβαν χώρα συνολικά στο ελληνικό πιστωτικό σύστημα, ενδυναμώνοντας τους τραπεζικούς ισολογισμούς στο πλαίσιο της στρατηγικής δραστικής μείωσης των δανείων σε καθυστέρηση.» Η Τράπεζα συνέχισε να κινείται με όλες τις δυνάμεις της και το 2018, αναλαμβάνοντας δράσεις προς όφελος των περίπου 30 χιλιάδων μετόχων μας, των 5 εκατ. πελατών μας και των περίπου 12 χιλ. εργαζομένων μας.

Ο κ. Μεγάλου αναφέρθηκε εκτενώς στην θετική πορεία των μεγεθών και τα αποτελέσματα χρήσης του Ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς κατά το 2018 και παρουσίασε τους κύριους στόχους για το 2019 είναι: 

–  η ενίσχυση των πηγών εσόδων και η λειτουργική αποτελεσματικότητα για τη δημιουργία διατηρήσιμης κερδοφορίας, 

–  η βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού μέσω της συνεπούς εκτέλεσης του πλάνου μείωσης των NPE με ορίζοντα το 2021, 

–   η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης, και 

–   η στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας.

Ολοκληρώνοντας ο κ. Μεγάλου σημείωσε: «Στο πλαίσιο αυτό θα κινηθούμε, παράλληλα με τις κεντρικές μας προτεραιότητες για βελτιστοποίηση της κατανομής κεφαλαίων, ενίσχυση της παρακολούθησης κινδύνων και ελέγχων και υιοθέτηση υψηλών προτύπων εταιρικής διακυβέρνησης.